
Κόλαφος από την Eurostat: Το 11,5% των ελληνικών νοικοκυριών αδυνατεί να έχει ένα κανονικό γεύμα μέρα παρά μέρα
Κόλαφος είναι τα στοιχεία που παρουσιάζει έρευνα της Eurostat για την σωστή διατροφή του πληθυσμού στην Ελλάδα, η οποία αντίκειται στο κυβερνητικό αφήγημα για τα διθυραμβικά αποτελέσματα στα οικονομικά μεγέθη και την ανάκαμψη της ευρωστίας των νοικοκυριών.
Με βάση την επεξεργασία της Eurostat από τα στοιχεία εθνικών στατιστικών υπηρεσιών κάθε χώρας για το 2024, στην ΕΕ των 27, κατά μέσο όρο το 8,5% του πληθυσμού δήλωνε οικονομική αδυναμία να έχει μέρα παρά μέρα στο τραπέζι του ένα «κανονικό γεύμα». Δηλαδή ένα γεύμα που να περιέχει κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ισοδύναμης θρεπτικής αξίας.
Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται, στο 11,3%, κατατάσσοντάς μας στην πέμπτη χειρότερη θέση στην ΕΕ – μετά τις: Βουλγαρία, Σλοβακία, Ρουμανία και Ουγγαρία.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει κατά βάση αγροτική χώρα, με πλούσια παραγωγή σε τρόφιμα, κρέας και ψάρι (λόγω μορφολογίας), περίπου ένας στους δέκα Έλληνες δεν έχει πρόσβαση σε ένα πλήρες και θρεπτικό καθημερινό γεύμα.
Η διατροφική ανασφάλεια αυξάνεται
Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκε το 2024, στο 26,9% από 26,1% που ήταν το 2023.
Αυξανόμενα, αν και με πιο αργό ρυθμό, βαίνουν και τα ποσοστά του πληθυσμού που δυσκολεύεται να βάλει ένα πιάτο στο τραπέζι. Το 2022 ήταν 10% και το 2023 10,9%.
Την ίδια ώρα τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το συνολικό ποσοστό των φτωχών νοικοκυριών που βρίσκονται σε κατάσταση διατροφικής ανασφάλειας μειώθηκε αισθητά το 2024, κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες (από 38,2% το 2023). Παραμένει ωστόσο το τέταρτο υψηλότερο στην ΕΕ – ξεπερνώντας τη Ρουμανία, που βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εμάς στον γενικό πληθυσμό.
Και αυτά συμβαίνουν ενώ την ίδια ώρα σε χώρες όπως η Πορτογαλία και η Κύπρος, που εφάρμοσαν μειωμένο, ως μηδενικό ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα, τα ποσοστά διατροφικής ανασφάλειας είναι τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ιρλανδία, που εφαρμόζει πολιτική μειωμένου ως μηδενικού ΦΠΑ, για επιλεγμένα τρόφιμα πρώτης ανάγκης (γάλα, ψωμί, βούτυρο, λαχανικά, κρέας κ.ά.).
Στον αντίποδα η Ελλάδα αρνείται να ακολουθήσει το παράδειγμά τους, παρά το ότι υπάρχει σχετική οδηγία από την ΕΕ., για να μειωθεί η ένδεια και οι κίνδυνοι από την διατροφική ανέχεια του πληθυσμού.
Ο ρόλος του πληθωρισμού στις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα πλησιάζει επικίνδυνα το επίπεδο του 4%, σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Eurostat για τον δείκτη τιμών καταναλωτή τον Ιούλιο του 2025. Η εξέλιξη αυτή σημειώθηκε σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη παρέμεινε στα ίδια επίπεδα τον Ιούλιο με τον Ιούνιο.
Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική αύξηση στις τιμές των τροφίμων, διατήρηση υψηλών αυξήσεων στις τιμές των υπηρεσιών και επιστροφή στον πληθωρισμό της ενέργειας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, ο εναρμονισμένος με την Ευρωπαϊκή Ένωση δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε τον Ιούλιο σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2024, κατά 3,7%, ενώ τον Ιούνιο η αντίστοιχη ετήσια αύξηση ήταν 3,6%. Με αυτή την επίδοση, η Ελλάδα είχε τον τέταρτο υψηλότερο πληθωρισμό τον περασμένο μήνα μετά την Εσθονία (5,6%), την Κροατία και τη Σλοβακία (4,5%) και τη Λετονία (3,9%). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τόσο υψηλός πληθωρισμός δεν είχε καταγραφεί από τον Δεκέμβριο του 2023.
Σύμφωνα με την Eurostat, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 3,3% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο στην Ελλάδα, στο ίδιο επίπεδο με την αύξηση των τιμών των τροφίμων στην ευρωζώνη. Αν και η αγορά αποδίδει αυτή την υψηλή αύξηση, κυρίως στις αυξήσεις των τιμών στα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, πρέπει να σημειωθεί ότι το ανώτατο όριο του περιθωρίου μικτού κέρδους καταργήθηκε από την 1η Ιουλίου 2025, κάτι που ενδέχεται να έπαιξε ρόλο στην αύξηση των τιμών.
Πηγή Ζούγκλα